Skip to main content

Breadcrumbs

Μενέλαου Γ. Παρλαμά - H Zωή θανάτου εγεύσατο...


06 Μαΐου 2008

Πολλοί, και ιδιαίτερα όσοι έχουν το ωραίο αλλά και εφήμερο προνόμιο να περπατούν μ' ανάλαφρα τα πόδια και τη μνήμη στο καταπράσινο άλσος της πρώτης νεότητας, δέχονται συνήθως με κάποιαν ευγενικήν εχθρότητα τους λόγους που εκφωνούνται σε κάθε μεγάλη επέτειο: Βλέπουν με μιαν ελαφριά ειρωνεία τους ομιλητές κι αναμετρούν με αγωνία το πάχος των χειρογράφων, που εκείνοι κρατούν στο χέρι τους. Εραστές του "θεάματος", είναι πρόθυμοι ν' ανταλλάξουν κι αυτόν ακόμη τον Επιτάφιο του Περικλή με το πρώτο επεισοδιακό έργο... Δεν τους κατηγορούμε για τούτο. Ανήκουν, χωρίς να φταίνε βέβαια οι ίδιοι, σε μιαν εποχήν που αποστρέφεται το μύθο κι αγαπάει τους μύθους, που δεν θέλει το δύσκολο και το υψηλό και κυνηγάει το πρόχειρο, που λατρεύει την άνεση και μισεί τον "ανήφορο". Αν όμως σημειώνω την παρουσία τους, το κάνω για να σας δείξω, πόσο δύσκολη είναι η θέση μου.

Πρόκειται, πραγματικά, να τονίσω τη σημασία ενός γεγονότος, που το ύψος του το κάνει να φαίνεται απίστευτο - μύθος! - και που ταλαιπωρεί φοβερά τη λογική των πρακτικών και των φρονίμων. Και πρέπει, όχι μόνο να ικανοποιήσω αυτούς που το 'ζησαν, τους ένδοξους αγωνιστές, κι εκείνους που βρίσκονται εδώ κι εκείνους που λείπουν, τους επώνυμους και ανώνυμους της Μάχης της Κρήτης - πράγμα που είναι πολύ δύσκολο, αφού, όπως παρατήρησεν ο Θουκυδίδης, οι "ειδότες ακροαταί" θεωρούν πάντοτε τον ομιλητή κατώτερον από τα γεγονότα, που οι ίδιοι έζησαν - αλλά προπαντός να πείσω τους "μη ειδότας". Και τούτο, γιατί μόνο τότε θα εκπληρωθή ο φρονηματιστικός σκοπός της σημερινής επετείου, όταν όλοι πιστέψουν πως υπάρχουν περιπτώσεις, όπου η πνοή της ελληνικής παραδόσεως ανατρέπει τους χοϊκούς νόμους της φρονιμάδας, για να υψωθή στη θέση του χαλύβδινος, αστραφτερός και ωραίος ο νόμος της "αποκρήμνου αρετής", ο νόμος που τον διατύπωσε πρώτος με αμίμητη παραστατικότητα ο ξανθός Δωριεύς, όταν ανακάλυψε, πως τα πυκνά βέλη των βαρβάρων είναι θαυμάσιο προφύλαγμα από τον ήλιο...

Και μια από τις περιπτώσεις αυτές είναι ακριβώς και η Μάχη της Κρήτης.

Θα ήταν λάθος να νομίσουμε πως η Μάχη των Κρητικών, με τη σκληρότητά της και την περιφρόνηση που διαδηλώνει προς την ανθρώπινη ζωή, είναι απλή έκρηξη πολεμοφιλίας. Και θα ήταν λάθος μέγα. Γιατί ο Κρητικός είναι, όσο κανένας άλλος, τρυφερός εραστής της ζωής - της ωραίας ζωής. Ας τον παρακολουθήσομε στις 21 του Μάη, όχι όμως στο πεδίο της μάχης....

Στους ανοιξιάτικους κάμπους, όπου οι παπαρούνες καταφλέγουν με μικρούς πίδακες φωτιάς τα πράσινα χόρτα, ή στις ανθισμένες πλαγιές των βουνών, όπου οι φασκομηλιές αναπέμπουν άρρητο θυμίαμα ευωδίας, εκεί, κοντά σε κάποιαν "παγάν λαλέουσα", κατάλευκα εκκλησάκια ιδρυμένα στη μνήμη του Αγίου Κωνσταντίνου και της Αγίας Ελένης πλημμυρίζουν από την πολύχρωμη γιορταστική παρουσία των Κρητικών. Εκεί μετά τη λειτουργία, που αντήχησε σαν γλυκύτατος ειρηνικός ύμνος, πάνω στα χόρτα θ' απλωθούν χαρούμενες συντροφιές, θα λάμψουν οι πλουμιστές πατανίες, θ' ανοιχτούν οι ξομπλιαστές βούργιες και θ' αστράψουν στις ακτίνες του ήλιου και των ερωτευμένων ματιών ολοπόρφυρα τα ποτήρια. Εκεί - στους ανοιξιάτικους κάμπους και στις ανθισμένες πλαγιές - θ' αναδώσουν τον ύμνο της ζωής και της αγάπης, μαζί με τα πουλιά, κι οι χορδές της Κρητικής λύρας...

Ομως ας αφήσουμε τον ποιητή να συνεχίσει παραστικότερα την προβολή της ειρηνικής εικόνας.

... Τρεις δίπλες στένουν το χορό οι νιές με τσι λεβέντες
την Κυριακή απολείτουργα στον πλάτανο αποκάτω
κι ο γεις τ' αλλού κρυφογελά, μπολιάζει ο γεις τον άλλο
κι απού τα τραπεζόπουλα οι γέροι καμαρώνουν.
Ασπρα φορούν οι κοπελιές και τσόχινα οι ντελήδες
κι άσπρα σαρικομάντηλα και βάρσαμο στ' αυτί ντως.
Τη μέρα ζεύκι και δουλειά, τη νύχτα χαίροντ' ύπνο
και τρων του κάμπου τα καλά, τση ρίζας τα μαξούλια,
κι έχουν του κόσμου τσι χαρές κι αλληλοκαμαρώνουν.
Χαίρετ' η μάνα το παιδί και γάλα το κοπέλι.
κι αγγόνια και δισέγγονα οι παπουδολαλάδες.
Οι φούρνοι ψήνουν φτάζυμα, οι ταβλες ειν' στρωμένες
και στσ' εκκλησές πασίχαρα στεφάνια και βαφτίσια...
Είναι η Κρήτη της ειρήνης, η Κρήτη της ομορφιάς και της αγάπης, η χώρα του λαμπρότατου πορτοκαλιού - η Κρήτη των κελαϊδισμών, όπως επιγραμματικά τη βάφτισεν ο Κωστής Παλαμάς. Η άλλη, η Κρήτη των αρμάτων, η τραχειά χώρα του καστανοχρωμου πρίνου, σα να μην υπήρξε ποτέ!

Συμβαίνει και με την ψυχή του Κρητικού, ό,τι και με το τοπίο της Κρήτης: "Το τοπίο της Κρήτης δεν παίζει, δε ρητορεύει. Είναι δυνατό και συγκρατημένο. Μα, ανάμεσα από τις αυστηρές γραμμές του ξεχωρίζεις απροσδόκητη ευαισθησία και τρυφεράδα σε απάνεμες γούβες μοσκοβολούν οι λεμονιές και περ' από τη θάλασσα ξεχύνεται αστείρευτη ποίηση...".

Δεν είναι λοιπόν δίκαιο ν' αποδίδεται ο σκληρότατος αγώνας της Κρήτης το Μάη του 1941 σε μια τυφλή τόλμη, που γεννιέται από τον ενστικτώδη έρωτα του πολέμου και από την έμφυτη αποστροφή της ειρηνικής ζωής.

Από την άποψη της ηθικής μια τέτοια εκτίμηση αλλάσσει τη Μάχη της Κρήτης από δραματική πράξη αρετής σ' απλό ευχάριστο παιχνιδακι.

Αληθινά η "Κρήτη των αρμάτων" χωρίς την "Κρήτη των κελαϊδισμών", η Κρήτη του αίματος χωρίς την Κρήτη της τρυφερότητας, δεν θα 'ταν πια ο τραγικός πρωταγωνιστής της Ελληνικής Ιστορίας. Η άρνηση της ζωής, χωρίς την ταυτόχρονη λατρεία της, αφαιρεί κάθε δραματικό στοιχείο από την πράξη της θυσίας. Κι αυτός ακόμα ο Σταυρούμενος Χριστός πήρε απροσμέτρητο δραματικό ύψος, όταν περιπαθώς ζήτησε από τον Πατέρα του την "παρέλευσιν του ποτηρίου"... Γιατί το υψηλό θεμελιώθηκε πάντοτε στη θέση και την αντίθεση.

Η Μάχη της Κρήτης δεν ερμηνεύεται σωστά μόνο με την Κρήτη της Μάχης. Θεμελιώνεται πολύ βαθύτερα και για τούτο στέκεται πολύ ψηλά. Ας δούμε όμως πρώτα τον ιδιόρρυθμο χαρακτήρα της.

Βέβαια η Μάχη της Κρήτης στη γενικότητά της είναι μια σύγκρουση των λίγων συντεταγμένων Ελληνικών και συμμαχικών στρατιωτικών μονάδων με τους Γερμανούς αλεξιπτωτιστές. Κάτω από τούτο το σχήμα δεν έχει άλλην ιδιορρυθμία, παρά μόνο πως για πρώτη φορά προσπαθούν να κυριέψουν μια χώρα μόνον από τον αέρα. Παράλληλα όμως προς τη μάχη αυτή - τη σχεδόν κανονική - έγινε και μια άλλη πρωτοφανής και ηθικώς ασύγκριτα σημαντικότερη από την πρώτη. Ενας λαός άοπλος, εντελώς αυθόρμητα σπεύδει να συγκρουστεί με το πιο βαριά εξοπλισμένο κράτος του κόσμου, που η επίθεσή του γίνεται με τα πιο καινούργια πολεμικά μέσα.

Αυτή είναι, νομίζω, η μοναδικότητα της Μάχης, που γιορτάζομε την επέτειό της. Και η αυθόρμητη τούτη σύγκρουση του μικρού λαού με το παμμέγιστο κράτος γίνεται ασύλληπτη, όταν αναλογιστούμε πως το λαό αυτό τον αποτελούσαν κυρίως άντρες ηλικιωμένοι, γυναίκες και παιδιά - γιατί η νεολαία του πολεμούσε σ' άλλα υπερπόντια μέτωπα. Στα χρόνια εκείνα, όπου σ' ολόκληρη σχεδόν την Ευρώπη είχεν επικρατήσει σαν summum jus ο βρυχηθμός - ο βρυχηθμός των τυράννων του Βερολίνου και της Ρώμης, ο βρυχηθμός των τεθωρακισμένων, ο βρυχηθμός των Στούκας - και ο λαός εκείνος, που ξεσηκώθηκε κάποτε από την πνοή του Καμίλλου Ντεμουλέν κι έκαψε μέσα σε ώρες την αιώνια Βαστίλλη, παραδινόταν πάνοπλος μέσα στο ιστορικό βαγόνι της Αμιέννης, στα χρόνια εκείνα, όπου "η αρετή εμετρείτο με το πετρέλαιον", βρέθηκαν εδώ στην Κρήτη γυναίκες και άντρες, ισχνοί από τις στερήσεις και την πίκρα - πολλοί είχαν χάσει τα παιδιά τους στην Αλβανία, άλλοι δεν ήξεραν τι είχαν απογίνει μετά την κατάληψη της Αθήνας - για ν' αποτελέσουν τις λαμπρές εκείνες ομάδες των ελεύθερων μαχητών, που τρόμαξαν με την κόψη του μαχαιριού και τη λάμψη των βλεμμάτων τους τον ατρόμητον επιδρομέα και, με την αντίστασή τους αυτή, διακήρυξαν για μιαν ακόμα φορά στον κόσμο τα Δικαιώματα του Ανθρώπου κι ύψωσαν πάλι την Αρετή στη θέση της, πάνω από το χάλυβα και το πετρέλαιο...

Τι έσπρωξεν εκείνα τα ισχνά και πικραμένα στήθη ν' αντισταθούν στο χάλυβα; Οχι βέβαια απερίσκεπτη και ψιλή πολεμοφιλία. Θα 'ταν στ' αλήθεια πολύ περίεργη αυτή η πολεμοφιλία, που έσπρωξε ξαρμάτωτους ανθρώπους να συγκρουστούν με τα εναέρια τάγματα των Γερμανών, ενώ ήξεραν πολύ καλά πως ο θάνατος έφτανε. Οι Κρητικοί αγαπούσαν πάντοτε τη ζωή, ώστε να μη θέλουν ν' αυτοκτονήσουν. Κάτι άλλο τους έσπρωξε αυτούς τους μανιασμένους εραστές της ζωής στη θανάσιμη μάχη. Κι αυτό το "κάτι" σπάρθηκε κάτω από τη σκιά των βελών στις Θερμοπύλες και βλάστησε θριαμβευτικά στην Κρήτη κάτω από τη σκιά των Στούκας...

Ας ορίσουμε όμως ακριβέστερα τις έννοιες. Υπάρχει μια λογική εξίσωση, που θα μας βοηθήσει να καθορίσουμε το άγνωστο - το "κάτι" - του προβλήματός μας. Την εξίσωση αυτή την παίρνομε από το αθάνατο κείμενο του Επιταφίου: "Το εύδαιμον το ελεύθερον, το δ' ελεύθερον το έυψυχον κρίναντες μη περιοράσθε τους πολεμικούς κινδύνους". Δεν θα επιχειρήσω εγώ να μεταφράσω το απόσπασμα τούτο. Είναι πάνω από τις δυνάμεις μου. Θα σας δώσω όμως την αριστοτεχνική "μετάφραση" που φιλοτέχνησε - χωρίς να γνωρίζει καν την ύπαρξη του Θουκυδίδη - άλλος "μεταφραστής", πολύ πιο αρμόδιος από κάθε φιλόλογο, ο Κωνσταντίνος Κανάρης.

Ηταν κοντά στο τέλος της ζωής του ο Ψαριανός ναύαρχος, όταν, εκεί στο ιστορικό σπιτάκι του στην Κυψέλη, όπου αναπαυόταν, δέχτηκε ένα απόγεμα μιαν επίσκεψη. Οι επισκέπτες του ήσαν τρεις μαθητές, τελειόφοιτοι του Αθηναϊκού Γυμνασίου. Πήγαν για να ζητήσουν τη λύση μιας απορίας. Μίλησε ο τολμηρότερος απ' αυτούς ο Αγγελος Βλάχος:

- Ναύαρχε, του είπε. Μάθαμε στην Ιστορία το κατόρθωμά σας στη Χίο, όλα τα καταλάβαμε: Πώς περάσατε ανάμεσα από τον Τουρκικό στόλο, πώς κολλήσατε το πυρπολικό σας στη ναυαρχίδα, πώς δώσατε φωτιά - όλα. Μένει όμως, κάτι, που δεν καταλάβαμε. Οταν, αφού δώσατε φωτιά στο πυρπολικό, θελήσατε ν' απομακρυνθείτε, οι ναύτες σας είδαν με τρόμο, πως τα σκοινιά του πλοίου σας είχαν μπλεχτεί με τα σκοινιά του μπουρλότου με τέτοιο τρόπο, που φαινόταν αδύνατο να ξεμπλεχτούν. Και στο μεταξύ, από λεπτό σε λεπτό, θ' άναβε το μπαρούτι της ναυαρχίδας και θα σας έκαιγεν όλους. Εσείς τότε ήρεμα ήρεμα ελύσατε τους κόμπους, σα να μη συνέβαινε τίποτα. Τί 'ταν αυτό που σας έκαμε τόσο ψύχραιμο;

- Είχα λευτερωθεί. Απάντησε απλά ο Ναύαρχος.

- Δηλαδή;

- Να. Πριν να ξεκινήσω από τα Ψαρά, πήγα στην εκκλησία του Αη Νικόλα, έκαμα το σταυρό μου, τον επροσκύνησα κι ύστερα είπα στον εαυτό μου: "Καπετάν Κωσταντή, θα πεθάνεις"! Ετσι αποφασισμένος και λεύτερος έτρεξα χωρίς φόβο με το μπουρλότο μου στη Χιό, σα να πήγαινα σε πανηγύρι...

Στην απλή τούτη αφήγηση η ψύχραιμη περιφρόνηση του κινδύνου - το "μη περιοράσθαι τους πολεμικούς κινδύνους" - φαίνεται, όπως και στον Επιτάφιο, σα να προέρχεται από την ταυτότητα: Ευδαιμονία - Ελευθερία - Ευψυχία, ταυτότητα που συμπυκνώνεται πλαστικά στο "Καπετάν Κωνσταντή, θα πεθάνεις".

Δε διάλεξα τούτη την ερμηνεία μόνο για την καθαρότητά της. Το 'καμα και για έναν άλλο, σπουδαιότερο λόρο. Αν το νόημα της Ελευθερίας, όπως σμιλεύτηκε στο μάρμαρο της αιωνιότητας από τον Θουκυδίδη, ζει ύστερα από 23 αιώνες στην ψυχή του λαού - και ο Κανάρης ήταν μια πολύ γνήσια έκφραση του λαού - αυτό σημαίνει πως το νόημα τούτο δεν είναι φιλολογικό πλάσμα. Είναι αίμα ζωντανό, που ποτίζει και τη Νέα Ελληνική Ιστορία, όπως αποδείχτηκε από τις άφθονες σπονδές του τελευταίου πολέμου - και ξεχωριστά από τη Μάχη της Κρήτης, που ήταν μια μάχη λαϊκή.

Ο έρωτας της ελευθερίας, της ευτυχίας δηλαδή, έσπρωξε και τους Κρητικούς στη γενναία αντιμετώπιση του κινδύνου το Μάη του 41. Και ο έρωτας αυτός, "ανίκατος μάχαν" όπως και ο άλλος, ταυτίζει σε σύνθεση αληθινά δραματική τον έρωτα της ζωής με τον έρωτα του θανάτου.

Εκείνος που θέλει να συλλάβει τις αληθινές διαστάσεις ενός ιστορικού γεγονότος, πρέπει, σύμφωνα με την καθιερωμένη νομολογία της Ιστορίας, να το κρίνει:

  1. ανάλογα με την ψυχική ορμή που το κίνησε,
  2. ανάλογα με τον ηθικό νόμο που το στερεώνει,
  3. ανάλογα με τη συμβολή του στην ανθρώπινη πρόοδο.

Επισημάναμε ήδη την ορμή που εκόλπωνε τα στήθη των μαχητών της Μάχης της Κρήτης: Ερωτας της Ελευθερίας. Ο ίδιος εκείνος έρωτας που κίνησε τους Κρητικούς στις οχτώ αιματόβρεχτες επαναστάσεις του δέκατου έννατου αιώνα - αριθμός πρωτοφανής στην Παγκόσμια Ιστορία. Ο ίδιος ασυγκράτητος έρωτας, που μεταμόρφωσε τη γλυκύτατη Παπαδοπούλα της Κριτσάς σε αδάμαστο πρωτοπαλλήκαρο του Καπετάν Καζάνη. Η ωραία εκείνη και ειρηνική κοπέλα, όταν κινδύνεψε να γίνει θύμα της βίας του Αγά της περιοχής, λησμόνησε τον αργαλειό της, άρπαξε το μαχαίρι του:

"και δόστου μόνο μαχαιριές το στήξος επελέκα.

- Ορσε, του λέει, άπιστε, που θες Ρωμιά γυναίκα..." καθώς αφηγείται ο Χρονικογράφος του Μεραμπέλλου.

Η ίδια ευγενέστατη ορμή κίνησε και τη Μάχη της Κρήτης. Γιατί η Κρήτη, όσο ειρηνόφιλη κι αν είναι, στη φωτιά απαντά πάντοτε με φωτιά... Και θα 'φτανε και μόνη της η ορμή τούτη να στερεώσει ηθικά τον αγώνα του Μάη του 1941. Ομως οι Κρητικοί τότε εκτελούσαν και ένα ύψιστο νόμο της Ελλητικής Ιστορίας: Αμύνονταν για την πατρίδα. Σε τούτο το νησί βρίσκονταν πια τα Αγια του Εθνους. Κατά τούτο το νησί ατένιζαν στενάζοντας όλοι οι Ελληνες. Σε τούτο το νησί στράφηκαν με αγωνία οι ελεύθεροι άνθρωποι όλου του κόσμου. Σε τούτο το νησί είχαν τις ελπίδες τους, μαζί μ' όλους τους άλλους, οι νεκροί και οι αγέννητοι - περιμένοντας απ' αυτό την ανάσταση και τη ζωή. Και το νησί απάντησε. Και ρίγησαν από χαρά οι άνεμοι κι έφεραν σ' όλον τον κόσμο την πολυσήμαντη απάντησή του. Γιατί η απάντηση τούτη ήταν νέα περίλαμπρη κατάφαση της αρετής.

Ο ποιητής - εξάγγελος εθνικός - είχε διακηρύξει με τραχείς και πλαστικούς στίχους το Ελληνικό Χρέος;

"Γνώμες, καρδιές, όσοι Ελληνες, ό,τι είστε μην ξεχνάτε
δεν είστε από τα χέρια σας μονάχα, όχι. Χρωστάτε
και σ' όσους ήρθαν, πέρασαν, θά 'ρθουνε, θα περάσουν.
Κριτές θα μας δικάσουν.
οι αγέννητοι, οι νεκροί....".
Οι Κρητικοί το Μάτη του 41 στ' όνομα της Ελλάδας πλήρωσαν το Χρέος. Και τούτο ακριβώς είναι η ηθική καταξίωση της μάχης των, ώστε να δέχονται μ' εμπιστοσύνη την απόφαση των"Κριτών".

Αλλά η Μάχη της Κρήτης έχει την προβολή της πολύ πιο πέρα από τον εθνικό μας χώρο. Οι ειδικοί μελετητές του δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου τονίζουν συνεχώς την αποφασιστική συμβολή της - την άμεση και την έμμεση - στην ήττα των θεσμών και των δυνάμεων, που είχαν σκληρά ανακόψει την ανθρώπινη πρόοδο. Δεν υπάρχει, νομίζω λόγος να επαναλάβουμε τις επαναλήψεις. Φτάνει να σκεφτούμε τί θα γινόταν σήμερα στον κόσμο, αν δεν συντριβόταν ο αγκυλωτός σταυρός, για να συλλάβουμε εντελώς το κορυφαίο νόημα της θυσίας, που τιμούμε σήμερα με την τιμή της μνήμης.

Xωρίς αμφιβολία η τιμή της μνήμης, που εκδηλώνεται με απλά λόγια, δεν είναι η μόνη που ταιριάζει σ' εκείνους που έδειξαν με έργα την αρετή τους. Γι αυτό θα σας παρακαλούσα να παρατείνετε λίγο ακόμα την υπομονή σας, για να κάμω μια σύντομη πρόταση από τούτο το βήμα, που δεν μειώνεται, νομίζω, η επισημότητά της από την ασημότητα του ομιλητή.

Η Εταιρεία Κρητικών Ιστορικών Μελετών, που εκπροσωπώ απόψε, επιθυμεί να προβάλει συστηματικά και επάξια τα πρόσωπα και τα πράγματα του λαμπρού εκείνου αγώνα. Η προβολή αυτή ενώ θα είναι μια έμπρακτη έκφραση τιμής σ' εκείνους που με τα έργα τους έδειξαν την αρετή τους, θα είναι συγχρόνως ιδιαίτερα χρήσιμη και στην Επιστήμη και στην Κρήτη. Πιο συγκεκριμένα το νόημα της πρότασης είναι τούτο: Δυο είναι οι κυριότεροι της ιστορικής αλήθειας, ο χρόνος και η μεροληψία. Για την εξουδετέρωσή τους μαζεύονται, ταξινομούνται και φυλάγονται οι διάφορες μαρτυρίες, όπου έχουν αποτυπωθεί κατά κάποιο τρόπο τα πρόσωπα και τα πράγματα της Ιστορίας.

Οι μαρτυρίες αυτές είναι είτε προφορικές (π.χ. οι αφηγήσεις εκείνων που ήσαν παρόντες, δημοτικά τραγούδια κ.λ.π.), είτε γραπτές (π.χ. απομνημονεύματα των αγωνιστών, επίσημα έγγραφα, έντυπα της εποχής), είτε μημειακές (π.χ. όπλα, σημαίες, σφραγίδες κ.λ.π.).

Από την κατάλληλη επεξεργασία των μαρτυριών πηγάζει ύστερα στιλπνό και απρόσβλητο από το χρόνο και τη μεροληψία το έργο της Ιστορίας. Παράλληλα όμως μ' αυτή την επιστημονική χρησιμότητα των μαρτυριών προβάλλει και μια άλλη, το ίδιο σπουδαία, αξία τους. Αυτές μόνες αποτελούν μορφές πολιτισμού, που, όταν προβληθούνμε τον κατάλληλο τρόπο είτε στα Μουσεία είτε σ' άλλα παρόμοια ιδρύματα, προκαλούν όχι πια τη γνώση, αλλά την αίσθηση της Ιστορίας, που ψυχολογικά είναι ισχυρότερη από τη γνώση.

Οσοι λοιπόν έχουν αυθεντικές μαρτυρίες της Μάχης της Κρήτης και του Αντιστασιακού Αγώνα που την ακολούθησε, μπορούν να τις παραδώσουν στην ΕΚΙΜ, που υπόσχεται πως θα τις ταξινομήσει και θα τις διαφυλάξει στο Ιστορικό Μουσείο και, αν η ποσότητα και η ποιότητά τους το απαιτήσει, θα διαθέσει αποκλειστικά γι αυτές μιαν από τις καινούργιες του αίθουσες.

Αν η πρόταση τούτη βρει απήχηση - και δεν αμφιβάλλομε γι αυτό - θα γίνει έργο αντάξιο της αρετής εκείνων που με λόγους μόνο τιμούμεν απόψε...

Κυρίες και Κύριοι,
Η Κρήτη θυμάται σήμερα τη Μάχη και τους Μαχητές της. Τιμά τη Μάχη και βραβεύει τους Μαχητές. Σεμνή πάντοτε και αδάκρυτη. Γιατί η Κρήτη δεν θρηνεί συνήθως αυτούς που πέφτουν στη μάχη... Αλλά να, από το βάθος της μνήμης προβάλλει μια εικόνα:

Ω λαιμοί των αθώων
παιδιών μας, ω πλευρά
σεβάσμια των μητέρων,
γερόντων κόμαι εις το αίμα
αθλίως βρεγμέναι...

Μπροστά σε τούτη την απάνθρωπη παράσταση η Αλύγιστη λυγίζει και "μυροφόρου αναλάβουσα τάξιν" προσφέρει πάνω στους αθώους τάφους τη σπονδή των μύρων και των δακρύων της.

(Διάλεξη που δόθηκε στην αίθουσα του Αγίου Μάρκου στις 2 Μαϊου 1962)

Πηγή: Η Μάχη της Κρήτης (Μάιος 1941) - Έκδοση Δήμου Ηρακλείου, Μάιος 1966

Ενημερωθείτε ηλεκτρονικά για τα νέα μας.