Skip to main content

Breadcrumbs

Η θυσία του Αβραάμ


02 Φεβρουαρίου 2015

Τη Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2015 και ώρα 7μ.μ., ο πατριώτης μας και ομότιμος καθηγητής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Πατρών, Ηρακλής Καλλέργης, έδωσε διάλεξη στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Πατρών, με θέμα "Η θυσία του Αβραάμ: Το Κρητικό αναγεννησιακό δράμα της Αγάπης".

Η διάλεξη διοργανώθηκε από την Εταιρεία Λογοτεχνών Δυτικής Ελλάδος. Το περιεχόμενο της διάλεξης είχε ως εξής:

Ηρακλής Εμμ. Καλλέργης
Η Θυσία του Αβραάμ: Το κρητικό αναγεννησιακό δράμα της αγάπης

Σε καιρούς πολιτισμικής ένδειας, όπως οι καιροί μας, γίνεται, νομίζω, συνεχώς αναγκαιότερη η επαφή μας με κάποια πνευματικά μορφώματα του παρελθόντος, που αποδείχθηκαν διαχρονικά και με τα οποία ασχολήθηκαν κορυφαίοι άνθρωποι των γραμμάτων, Έλληνες και ξένοι, έχουν επομένως τη σφραγίδα του κλασικού.

Ένα τέτοιο μόρφωμα, στην περίπτωσή μας λογοτεχνικό, είναι η Θυσία του Αβραάμ, ποιητικό έργο της Κρητικής Αναγέννησης, για το οποίο ο Φώτος Πολίτης, από τους κορυφαίους κριτικούς του προηγούμενου αιώνα, έχει υποστηρίξει ότι είναι το σπουδαιότερο δραματικό έργο που γράφτηκε στη γλώσσα μας ύστερα από τις αρχαίες τραγωδίες. Σημειώνω ακόμη ότι ο πολύς Κ. Θ. Δημαράς στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας παρατηρεί ότι η Θυσία του Αβραάμ είναι έργο ποιητή, που τον ευλόγησε η μεγαλοφυΐα.

Ας μου επιτραπεί, πριν προχωρήσω σε μια αδρομερή ανάλυση του κειμένου αυτού –η οποία αποτελεί και το βασικό σκοπό της αποψινής μου διάλεξης–, να δώσω κάποιες αναγκαίες πληροφορίες γραμματολογικού περιεχομένου.

Η Θυσία του Αβραάμ ειδολογικά ανήκει στην κατηγορία του θρησκευτικού δράματος, επειδή το θέμα της είναι εμπνευσμένο από τη Γραφή, και συγκεκριμένα από την Παλαιά Διαθήκη (Γένεσις, κεφ. ΚΒ΄).

Το κείμενο του έργου, που μας έχει παραδοθεί από 2 χειρόγραφα και αρκετές έντυπες βενετικές εκδόσεις, αποτελείται από 1154 ιαμβικούς 15σύλλαβους στίχους σε ομοιοκαταληξία ζευγαρωτή.
Έπειτα από θυελλώδεις φιλολογικές συζητήσεις, η έρευνα έχει καταλήξει στο συμπέρασμα –που όμως κάποιοι έχουν αμφισβητήσει– ότι ποιητής της Θυσίας πρέπει να θεωρηθεί ο Βενετοκρητικός λόγιος και μέλος της Ακαδημίας των Stravaganti του Χάνδακα Βιτσέντσος Κορνάρος, που έχει γράψει και τον Ερωτόκριτο. Κατά την άποψη αυτή –που υποστήριξε με πειστική επιχειρηματολογία ο αείμνηστος Καθηγητής Νικόλαος Παναγιωτάκης, κορυφαίος μεσαιωνολόγος και κρητολόγος–, ο Κορνάρος έγραψε τη Θυσία γύρω στα 1600 και αργότερα –οπωσδήποτε όμως πριν από το 1613, έτος θανάτου του– τον Ερωτόκριτο.

Ο Ιωάννης Μαυρογορδάτος είναι αυτός που είχε την τύχη να εντοπίσει το πρότυπο της Θυσίας. Πρόκειται για το έργο Lo Isach του Ιταλού Luigi Grotto, δημοσιευμένο στη Βενετία το 1586, ένα χρόνο μετά το θάνατό του. Η τεκμηριωμένη ανακοίνωση του Μαυρογορδάτου το 1928 δεν αφήνει καμιά αμφιβολία ότι αυτό το κείμενο είχε υπόψη του ο Κορνάρος, όταν έγραφε τη Θυσία του Αβραάμ. Όμως, όπως συνέβη και με το πρότυπο του Ερωτοκρίτου –το Paris et Vienne του Pierre de la Cypède– δεν ακολούθησε δουλικά το κείμενο του Luigi Grotto, αλλά προχώρησε σε μια τολμηρή αναμόρφωση της μορφής και του περιεχομένου του.

Μικρότερη ως προς την έκταση –έχει 1154 στίχους έναντι 1631 του προτύπου της–, χωρίς τον πρόλογο, το χωρισμό σε πράξεις και σκηνές, χωρίς τα χορικά, με περιορισμό των μονολόγων και των διαλόγων, με ελάττωση του θρησκευτικού κηρύγματος και έξαρση του ανθρώπινου στοιχείου, με πληρέστερη και πειστικότερη διαγραφή των χαρακτήρων όλων των προσώπων, η Θυσία του Κορνάρου αποτελεί στην ουσία ένα νέο και πολύ ανώτερο από το πρότυπό της έργο, που θυμίζει περισσότερο αφηγηματικό δράμα παρά κείμενο προορισμένο να ανεβεί στη σκηνή.
Πριν προχωρήσουμε σε επιμέρους παρατηρήσεις, ας δούμε πρώτα το περιεχόμενο της Θυσίας σε αδρές γραμμές. Το έργο αρχίζει με την εμφάνιση ενός αγγέλου, που μέσα στη νύχτα ξυπνά τον Αβραάμ και του ανακοινώνει τη θεϊκή εντολή, να θυσιάσει το μονάκριβο γιο του.

Συγκλονισμένος ο Πατριάρχης, ζητά στην προσευχή του –μετά την αναχώρηση του αγγέλου– από τον Θεό αρχικά να μην του πάρει το μοναχοπαίδι, που του χάρισε ύστερα από τόσες προσευχές. Ο Θεός όμως σιωπά. Μετριάζοντας την απαίτησή του, τον παρακαλεί, στη συνέχεια, να πάρει τον ίδιο και όχι το αθώο παιδί. Και πάλι ως απάντηση έρχεται η σιωπή. Τότε ο γέροντας προσπαθεί να επιτύχει ένα συμβιβασμό: Πάρε, Θεέ μου τον Ισαάκ –παρακαλεί–, αλλά μην ορίσεις να του δώσει θάνατο ο ίδιος ο πατέρας του. Όταν και πάλι ο Θεός δεν απαντά, ο Αβραάμ μετριάζει την ικεσία του: Παρακαλεί τον Θεό την ώρα της θυσίας να του δώσει μια σκότιση του νου, ώστε να μην αναγνωρίζει τον Ισαάκ για παιδί του. Η αναμενόμενη όμως απάντηση από τον ουρανό δεν ήρθε. Έτσι, ο πιστός Πατριάρχης υποτάσσεται πλήρως στο θέλημα του Θεού, που του είχε ζητήσει να θυσιάσει το μοναχοπαίδι του με προθυμία, χωρίς φόβο ή αμφιβολία, και με καθαρή σκέψη (στ. 277-8):

Του λογισμού η συννεφιά κι η σκότιση ας πάψει
κι ας έρθει η εμπιστοσύνη σου εις τσ’ ουρανούς να λάψει.

Στο μεταξύ, από τα μουρμουρητά του Αβραάμ ξυπνά η Σάρρα. Όταν τον ρωτά τι συμβαίνει, εκείνος προσπαθεί να της κρύψει το φοβερό μαντάτο, αλλά τελικά, πιεζόμενος από τις αλλεπάλληλες ερωτήσεις της το αποκαλύπτει. Η Σάρρα, που είχε προσποιηθεί τη γενναία για να αποσπάσει το μυστικό του ανδρός της, λέγοντάς του ότι θα ήταν ήρεμη ακόμη κι αν της έλεγε ότι θα πεθάνει ο Ισαάκ, μόλις ακούει τι πρόσταξε ο Θεός, ξεσπά σε γοερούς θρήνους και λιποθυμά. Ο άγγελος εμφανίζεται και πάλι, για να υπενθυμίσει στον Αβραάμ το πρόσταγμα του Κυρίου.

Ο Αβραάμ, φοβούμενος μήπως η Σάρρα τον εμποδίσει με τους θρήνους της, όταν συνέλθει από τη λιποθυμία, αποφασίζει να ετοιμάσει τα της θυσίας όσο μπορεί πιο γρήγορα. Ωστόσο, μια από τις θεραπαινίδες της Σάρρας, η Τάμαρ, έρχεται και του αναγγέλλει ότι η κυρία της συνήλθε και τον ζητά. Ο Αβραάμ πηγαίνει να παρηγορήσει τη Σάρρα. Αρχίζει τώρα ένας σπαρακτικός διάλογος μεταξύ των συζύγων. Τα μοιρολόγια της Σάρρας οπωσδήποτε συγκλονίζουν τον γέροντα Πατριάρχη, που δεν είναι μόνο πατέρας, αλλά και σύζυγος, όμως συγκρατεί τον πόνο του και προσπαθεί να πείσει τη γυναίκα του να υποταχθεί και αυτή στο θέλημα του Θεού, πράγμα που τελικά πετυχαίνει. Τέλος, πηγαίνουν και οι δύο να ξυπνήσουν τον Ισαάκ, όμως η θέα του παιδιού που κοιμάται αναζωπυρώνει όλο τον μητρικό πόνο· το μοιρολόι της Σάρρας ακούεται και πάλι σπαρακτικό επάνω από το κρεβάτι του γιου της. Με απαίτηση του Πατριάρχη, που δεν θέλει να αντιληφθεί ο Ισαάκ από τους θρήνους της μάνας του το φοβερό μυστικό, απομακρύνεται σε παρακείμενο δωμάτιο, ενώ ο Αβραάμ αναλαμβάνει να ξυπνήσει το παιδί και να το ντύσει. Ο Ισαάκ, κυριευμένος από τον ύπνο εκφράζει το παράπονό του που τον ξυπνούν, πριν έρθει η ώρα του σχολείου, και την έκπληξή του που δεν το ντύνει, όπως κάθε μέρα η μητέρα του, αλλά ο πατέρας. Καθώς ξεκινούν για το βουνό –ο Αβραάμ του είχε πει, ξεγελώντας τον, ότι θα πάνε σε μια ξεφάντωση– ζητά να δει τη Σάρρα, για να την αποχαιρετήσει. Ακολουθεί μια από τις πιο συγκινητικές σκηνές του έργου, ο αποχωρισμός μάνας και παιδιού. Για να μη λυπήσει το παιδί της, η Σάρρα αγωνίζεται να δαμάσει τον πόνο της· του εύχεται «καλή ξεφάντωση» στο βουνό και του δίνει απίδια, για να σβήνει τη δίψα του στο δρόμο.

Κατά την πορεία προς τον τόπο της θυσίας, ο Αβραάμ θα περάσει μια ακόμη δοκιμασία. Η πρώτη δοκιμασία του ήταν να νικήσει το πατρικό αίσθημα. Μέσα του συγκρούστηκαν η αγάπη προς το γιο του, την ίδια του τη σάρκα (amor carnis), με την αγάπη προς τον Θεό (amor dei). Η δεύτερη δοκιμασία ήταν να αντιμετωπίσει τη Σάρρα και τους γοερούς θρήνους της. Η τρίτη να ξυπνήσει τον Ισαάκ και να τον ξεγελάσει για το σκοπό του ταξιδιού. Τώρα πρέπει να αντιμετωπίσει μια τέταρτη δοκιμασία: τις λογικές ερμηνείες των δούλων του. Οι δυο δούλοι που τον συνόδευαν στο ταξίδι, ο Σιμπάν και ο Σοφέρ, είχαν παρατηρήσει τη θλίψη του, έκτυπη στο πρόσωπο και στο ασταθές βάδισμά του, και, έπειτα από συζήτηση μεταξύ τους αποφάσισαν να τον ρωτήσουν για την αιτία.

Ο Αβραάμ, αφού έβαλε τον Ισαάκ να ξαπλώσει κάτω από ένα δέντρο για να ξεκουραστεί, αποκαλύπτει στους δούλους τα σχετικά με την εμφάνιση του αγγέλου και την εντολή του Θεού. Οι δούλοι αναστατώνονται. Μάταια ο ένας από αυτούς, ο Σοφέρ, προσπαθεί να αποτρέψει τον κύριό του από την εκτέλεση της τρομερής απόφασής του, λέγοντάς του ότι όσα είδε ήταν «ονειροφαντάσματα» ή «πείραξις ονείρου». Πώς είναι δυνατόν ο Θεός, που του έταξε παιδιά και εγγόνια, να αθετήσει την υπόσχεσή του; Όμως ο Αβραάμ επιτιμά το δούλο για την απιστία του και δηλώνει, μια φορά ακόμη, την αμετάτρεπτη απόφασή του να εκτελέσει τη διαταγή του Θεού.

Τέλος, διατάσσει τους δούλους να παραμείνουν εκεί, στο μονοπάτι, ενώ αυτός παραλαμβάνοντας τον Ισαάκ, εξακολουθεί την πορεία προς την κορυφή του βουνού, όπου φτάνουν μετά από τρεις ημέρες. Ο ίδιος ο Ισαάκ ετοιμάζει το βωμό της θυσίας και έπειτα ρωτά τον πατέρα του πού είναι το αρνί. Ο Αβραάμ αντιμετωπίζει τώρα την πέμπτη και σκληρότερη δοκιμασία του: να ομολογήσει στο μοναχοπαίδι του ότι αυτό είναι το καλό αρνί που θα θυσιαστεί. Προηγουμένως όμως ζητά με σιγανή φωνή τη δύναμη του Θεού (στ. 773-6):

Κύριε, δος μου δύναμη σήμερα να νικήσω,
γιατί εις μεγάλο πόλεμο μπαίνω να πολεμήσω.
Μηδέ μου παραπονεθείς αν κλαίω και θρηνούμαι,
τη σάρκα την ανθρώπινη βαστώ και τυραννούμαι.

Κρατώντας και φιλώντας τα χέρια του παιδιού του, του ομολογεί την τρομερή αλήθεια.

Ο Ισαάκ προσπαθεί με παρακλήσεις και δάκρυα να μεταβάλει την απόφαση του πατέρα του, όμως αυτός του δηλώνει ότι δεν μπορούν να αντιταχθούν στο θέλημα του Θεού. Όταν ο Ισαάκ πληροφορείται ότι η μητέρα του είναι εν γνώσει του πράγματος και ότι συμφωνεί, αντιλαμβάνεται πλέον ότι δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά και συγκατατίθεται στη θυσία. Γονατιστός επάνω στο βωμό, ο Ισαάκ προσεύχεται και, στη συνέχεια, απευθύνει λόγια αποχαιρετισμού στον πατέρα και στη μητέρα του και δίνει τις τελευταίες παραγγελίες του. Αυτό που ιδιαίτερα τον ενδιαφέρει είναι να ξέρει ότι ο πατέρας του τον αγαπά μέχρι την τελευταία στιγμή. Τον παρακαλεί μάλιστα να μην τον σφάξει άπονα, αλλά ήρεμα και χαϊδευτικά (στ. 879-86).

……………………………………………………
μια χάρη μόνο σου ζητώ ’ς τον απομισεμό μου
να μη θελήσεις άπονα να κόψεις το λαιμό μου·
μα σφάξε με κανακιστά, συργουλιστά κι αγάλια,
για να θωρείς τα δάκρυα μου, ν’ ακούς τα παρακάλια·
να σε θωρώ, να με θωρείς, να δω ανέ λαχταρίζεις
και το φτωχό τον Ισαάκ για τέκνο α γνωρίζεις.

Τις δραματικές αυτές στιγμές η σκέψη του στρέφεται στη μητέρα του. Λέει στον Αβραάμ (στ. 919-22):

Για να θυμάσαι ό,τι σου πω, γλυκύ φιλί σου δίδω:
σήμερο τη μητέρα μου εσέ την παραδίδω.
Μίλειε τση, παρηγόρα τη, ας είστε πάντ’ ομάδι
και πε τση πως ολόχαρος πάγω να βρω τον Άδη.

Όμως, στο τέλος του μονολόγου του, νιώθοντας το ρίγος του επερχόμενου θανάτου, θα σύρει κραυγή φόβου και απελπισίας, όπως θα συνέβαινε με κάθε φυσιολογικό άνθρωπο, και μάλιστα παιδί (στ. 933-4).

Κύρη μου, οπού μ’ έσπειρες και πώς δε με λυπάσαι;
Ω πλάστη μου, βοήθα μου! Μάνα μου, και πού να ’σαι;

Αλλά, ενώ ο Αβραάμ είναι έτοιμος να εκτελέσει το φρικτό έργο, που ο Θεός διέταξε, παρουσιάζεται ο άγγελος και συγκρατεί το χέρι του. Στη θέση του Ισαάκ θυσιάζεται ένα κριάρι, που θαυματουργικά βρέθηκε μέσα στους θάμνους. Τα λόγια και οι έπαινοι του αγγέλου για την πίστη του Πατριάρχη, που η χάρη του «τσ’ αγγέλους εξεπέρασεν», δεν αποτελούν μόνο τρανή δικαίωσή του, αλλά αποκαλύπτουν και το σκοπό της φρικτής εντολής του Θεού, που ήταν παιδαγωγικός (στ. 957 κ.ε.).

Εθώρειεν την ο Ποιητής την πίστη σου την τόση,
μα’ θελε και των αλλωνών να τήνε φανερώσει,
…………………………………………………
να παίρνου ξόμπλι από σε, τον Πλάστη να δοξάζου,
να βάλουν πόθο κι όρεξη στσι πράξες να σου μοιάζου.

Πατέρας και γιος, γεμάτοι ευγνωμοσύνη, ευχαριστούν τον Θεό, κατεβαίνουν γρήγορα από το βουνό και στέλνουν έναν από τους υπηρέτες να μεταφέρει στη Σάρρα το χαρμόσυνο άγγελμα. Όταν τελικά καταφθάνουν στο σπίτι και οι ίδιο, μαζί με τη Σάρρα, μέσα σε μια ατμόσφαιρα απέραντης ευτυχίας, ευχαριστούν τον Ύψιστο για τη μεγάλη ευσπλαχνία του.

Αυτό που, σύμφωνα με όλους τους μελετητές, πέτυχε ο ποιητής της Θυσίας είναι, προπάντων, η σκιαγράφηση των χαρακτήρων των προσώπων, και μάλιστα σε σχέση με το κείμενο του Grotto. Ο Κορνάρος είναι άριστος γνώστης της ψυχολογίας των ανθρώπων και θα έλεγα ότι πλάθοντας τους ήρωες του έργου του πέτυχε έναν ψυχογραφικό άθλο.

Κεντρικό πρόσωπο του θρησκευτικού δράματος είναι βέβαια ο Αβραάμ. Στο κείμενο του Grotto παρουσιάζεται σα μια μονοδιάστατη φιγούρα, που υποτάσσεται αμέσως στη θεϊκή προσταγή. Ο Grotto, ακολουθώντας τη γραμμή της Καθολικής Εκκλησίας –σύμφωνη εξάλλου και με τη διδασκαλία όλων των Εκκλησιαστικών Πατέρων, που στηρίζονται στην αφήγηση της Γένεσης– θέλει κυρίως να εξάρει την πίστη του Πατριάρχη στον Θεό και δεν ενδιαφέρεται για τον τρόπο με τον οποίο αυτός εξελίσσεται σε άνθρωπο που θυσιάζει το γιο του.

Ο Κρητικός ποιητής αντιμετωπίζει το θέμα διαφορετικά. Παρουσιάζει την τελική απόφαση του Αβραάμ ως αποτέλεσμα εσωτερικής πάλης, γι’ αυτό ακριβώς και η μορφή του παρουσιάζει στη Θυσία πολύ μεγαλύτερο δραματικό ενδιαφέρον απ’ ό,τι στο κείμενο του Grotto. Ο ποιητής έχει αντιληφθεί πλήρως το νόημα της σχέσης του ανθρώπου με τον Θεό, σύμφωνα με τη διδασκαλία της Καινής Διαθήκης. Ο άνθρωπος είναι συνεργάτης του Θεού και όχι απλά δούλος του. Είναι μια θέση κεντρική, την οποία είχε τονίσει ιδιαίτερα ο Ωριγένης στην ομιλία του για τον Αβραάμ, που δεν αποκλείεται να την είχε διαβάσει ο ποιητής, δεδομένου ότι την εποχή αυτή η επιρροή του Ωριγένη ήταν τεράστια.

Και ο Αβραάμ του Κορνάρου είναι υπάκουος στον Θεό, ωστόσο γνωρίζει από την αρχή ότι αυτό δεν αρκεί. Καταλαβαίνει ότι αυτό που περιμένει ο Θεός είναι μια θυσία, δηλαδή μια εθελούσια προσφορά. Και πρέπει να παλέψει, για να επιτύχει τόσο μεγάλη και σταθερή πίστη, ώστε η δική του θέληση να ταυτιστεί με τη θέληση του Θεού. Ήδη στο τέλος της προσευχής του, μετά την αναχώρηση του αγγέλου, ο Πατριάρχης παρακαλεί τον Θεό να του δώσει δύναμη να κάμει τη θυσία, όπως του τη ζητά: με προθυμία και καθαρή σκέψη (στ. 91-94):

Κι εσύ, Θεέ, που τ’ όρισες, δώσ’ δύναμη κι εμένα
να κάμω τ’ ανημπόρετα σήμερο μπορεμένα·
να τονε δω άθος να γενεί, να μην αναδακρυώσω
και τη θυσία που ζητάς σωστή να σου τη δώσω.

Το ίδιο, νομίζω, δηλώνεται και στον επίλογο του έργου, όπου οι στίχοι 1137-8:

Κι ό,τι του δώσεις του Θεού, να ’ναι από καρδιάς σου,
την όρεξή σου συντηρά, όχι το χάρισμά σου.

αποτελούν το κεντρικό μήνυμα του δράματος. Με άλλα λόγια, «ιλαρόν δότην αγαπά ο Θεός».
Για να το επιτύχει αυτό ο Αβραάμ, έδωσε, όπως είδαμε, μια σειρά εσωτερικών αγώνων. Νίκησε, κατ’ αρχήν, το πατρικό φίλτρο, την αγάπη προς την ίδια τη σάρκα του, που τον έφερε αντιμέτωπο με τον ίδιο τον Θεό. Το παράπονό του ακούγεται πελώριο στη σιγανόφωνη προσευχή του (στ. 33-36):

Ω Βασιλέα τ’ ουρανού, ίντα γροικού τ’ αυτιά μου;
ίντά ’ναι τούτο π’ όρισες εδά στα γερατειά μου;
…………………………………………………
Ώφου, με ποιαν αποκοτιά να μπει στην όρεξή μου,
με τίνος λιονταριού καρδιά να σφάξω το παιδί μου;

Θαρρετά υπενθυμίζει στον Θεό την υπόσχεσή του ότι θα αποκτήσει παιδιά και εγγόνια και ερωτά με απόγνωση (στ. 49-50):

Κι εδά ποια να ’ναι η αφορμή κι ήλλαξες το σκοπό σου
κι επέρασε το σπλάχνο σου κι ήφερες το θυμό σου;

Νίκησε, επίσης, τις αντιρρήσεις της συζύγου Σάρρας, αλλά προπάντων τους θρήνους και τα συγκλονιστικά μοιρολόγια της μάνας Σάρρας, που θα μπορούσαν να λυγίσουν και τον πιο σκληρόκαρδο. Ο ίδιος, ακούοντας το θρήνο της Σάρρας θα ομολογήσει (στ. 321-2):

Πόνος παιδιού, πόνος γυνής με πολεμούν ομάδι·
τση Σάρρας θλίψη, δάκρυα με βάνουν εις τον Άδη.

Κι όταν –συγκρατώντας τα δάκρυά του, επειδή ο θρήνος της Σάρρας συνεχιζόταν– κατόρθωσε να ξεγελάσει τον Ισαάκ, ξυπνώντας τον για μια δήθεν ευχάριστη εκδρομή στο βουνό, να αντιμετωπίσει τις απόλυτα λογικές αντιρρήσεις των αφοσιωμένων δούλων και να φτάσει στην υπέρτατη δοκιμασία, δηλαδή στην αποκάλυψη της αλήθειας στον Ισαάκ, και πάλι ο αγώνας δεν έχει κερδηθεί. Τη στιγμή που ετοιμάζεται να υψώσει το μαχαίρι, η συγκινησιακή φόρτιση του πατέρα έχει φτάσει στο υπέρτατο σημείο: Όπως λέει στον Ισαάκ, οι φωνές του θα θανατώσουν και τον ίδιο (στ. 935-6):

Μηδέ φωνιάζεις, τέκνο μου, κι εμένα θανατώνεις,
μ’ ας είσαι απομονετικός, τον πόνο σου να χώνεις.

Όλη αυτή η επώδυνη ψυχική πορεία του Αβραάμ, χάρη στην οποία η θυσία του υψώνεται σε κορυφαίο βίωμα του πνεύματος, έχει βέβαια σχεδιαστεί προσεκτικά από τον Κορνάρο, που θέλει να δείξει ότι η σχέση μας με το Θεό δεν είναι κατάσταση δεδομένη και στατική, αλλά αγώνισμα με ταλαντεύσεις, με νίκες και ήττες.

Σε σχέση με τον Αβραάμ, που είναι προσωπικότητα σύνθετη, η Σάρρα είναι, προπάντων, γυναίκα. Δεν κάνει σκέψεις και δεν λεπτολογεί, όπως ο άνδρας της. Με το πρώτο άκουσμα του φρικτού μαντάτου, ξεσπά σε θρήνους και μεταφέρεται λιπόθυμη στην κλίνη της. Παρά την ευσέβειά της, δεν εννοεί τίποτα από αυτή τη θυσία. Πώς είναι δυνατόν να παραδώσουν στη φλόγα ένα σώμα τόσο αγνό και ωραίο, ένα ον που ακόμη δεν γνώρισε την αμαρτία; «Απείρως συγκινητική –σημειώνει ο αείμνηστος καθηγητής Γ. Μέγας, πρώτος εκδότης της Θυσίας–, ορκίζεται ότι δεν θα αφήσει πλέον άλλο παιδί να της μιλήσει, ότι ποτέ πλέον δεν θα ημπορέσει ν’ ακούση το προσφιλές όνομα του Ισαάκ της ν’ αντηχή εις τ’ αυτιά της». Διαβάζω το σχετικό απόσπασμα του θρήνου της (στ. 353-60):

Τέκνο μου, πώς να δυναστώ την αποχώρισή σου,
πώς να γροικήσω αλλού φωνή κι όχι την εδική σου;
…………………………………………………………
Τάσσω σου, υγιέ μου, τον καιρό που θέλω ακόμη ζήσει
να μην αφήσω κοπελλιού γλώσσα να μου μιλήσει,
μα να θωρού τα μάτια μου πάντα τση γης τον πάτο
και να θυμούμαι πάντοτε το σημερνό μαντάτο.

«Οι θρήνοι της Σάρρας –σημειώνει και πάλι ο Γ. Μέγας– είναι τόσο περιπαθείς, αισθηματικώς τόσο αληθινοί, ώστε αρκετοί από αυτούς απέβησαν λαϊκοί. Τους ανευρίσκομεν ακόμη και σήμερον εις τα τραγούδια των μοιρολογητριών ή και αυτών των μητέρων, όταν κηδεύεται ένα παιδί των. Και είναι δόξα δια τον ποιητήν της Θυσίας το ότι ηδυνήθη να επιζήση δια μέσου των αιώνων εις το στόμα απλοϊκών γυναικών».

Πέρα από αυτά, πρέπει να τονίσουμε κάποιες βασικές διαφορές που παρουσιάζονται ως προς τη Σάρρα στο ελληνικό και στο ιταλικό κείμενο. Η κρητική Σάρρα εμπιστεύεται τον Αβραάμ και τον αγαπά. Μολονότι δεν συμφωνεί με τη θυσία, δεν κατηγορεί τον άντρα της, δεν τον θεωρεί εχθρό της. Μάχεται για τη ζωή του παιδιού της, όχι ενάντια στον άντρα της. Αντίθετα, στον Grotto η Σάρρα είναι δεινή κατήγορος του Αβραάμ, βρίζει και καταριέται σαν μέγαιρα, όπως παρατηρούν οι εκδότες της Θυσίας Wim Bakker και Arnold van Gemert.

Μια άλλη σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο κειμένων είναι ότι η Σάρρα του Grotto δεν συγκατατίθεται στη θυσία παρά υπό τον όρο να αναβληθεί, ενώ η Σάρρα του Κορνάρου δέχεται το θάνατο του παιδιού της ως κάτι το αναπόφευκτο, αντιλαμβανόμενη ότι αυτό είναι εντολή του Θεού. Σε παρατήρηση του Αβραάμ ότι με τα κλάματά της δυσαρεστεί τον Θεό απαντά (στ. 397-8).

Άγομε, νοικοκύρη μου, επειδή ο Θεός το θέλει,
άμε και να ’ναι η στράτα σου γάλα, δροσιές και μέλι.

Ας προσθέσουμε στα προηγούμενα ότι, όταν ο Ισαάκ ρωτά τη Σάρρα γιατί κλαίει τόσο πολύ τη στιγμή που τον αποχαιρετά για το ταξίδι αυτή, αντί για το «κλαίω, γατί πρέπει να μ’ αποχωριστείς» του Grotto, απαντά (στ. 531-2):

Δεν έχω, γιε μου, τίβοτις, μη γνοιάζεσαι, να ζήσεις,
καλόκαρδος εις το βουνίν άμε να προσκυνήσεις.

Με αυτά τα λόγια, που οπωσδήποτε αποτελούν παροτρύνσεις στον άντρα και στο γιο της, η Σάρρα δεχίνει ότι δεν υποτάσσεται απλώς στο αναπόφευκτο· κατά κάποιον τρόπο κάνει και αυτή τη θυσία της καταπνίγοντας τον εσωτερικό σπαραγμό της και βοηθώντας, με τη γλυκύτητα και θερμότητα των ευχών τον άντρα της να προχωρήσει πιο ήρεμος στην εκτέλεση του οδυνηρού του καθήκοντος.

Συμπερασματικά, στην κρητική Σάρρα ανακαλύπτουμε ένα πρόσωπο, που –αντίθετα με ότι συμβαίνει στο ιταλικό κείμενο– δεν χάνει κάτι από τη βιβλική ιερότητά του, ταυτόχρονα όμως δεν είναι στατικό. «Είναι ένα πρόσωπο ζωντανό, μέσα στο οποίο –όπως παρατηρεί ο Wim Bakker– διαπιστώνουμε πρόοδο και εξέλιξη, ένα πρόσωπο που μας παρουσιάζεται με τις πιο λεπτές εννοιολογικές αποχρώσεις, που μπορούν να εκφραστούν σε μια ζωντανή γλώσσα».

Ως προς τον Ισαάκ, είναι γεγονός ότι στα «μυστήρια» των μεσαιωνικών χρόνων, δηλαδή στις θρησκευτικές παραστάσεις με δραματικούς διαλόγους, παρουσιάζεται ως ένα υπάκουο παιδί, που δέχεται χωρίς καμιά διαμαρτυρία την αποκάλυψη από τον Αβραάμ ότι πρέπει να θυσιαστεί. Και αυτό, επειδή ο Ισαάκ από τους σχολιαστές της Π. Διαθήκης εθεωρείτο ως προεικόνισμα του Χριστού, έπρεπε επομένως να εξαρθεί σ’ αυτόν η αρετή της υπακοής.

Στα κείμενα του Grotto και του Κορνάρου παρουσιάζεται να αντιδρά με φυσικότερο τρόπο και να παρακαλεί να του χαρίσουν τη ζωή. Αυτό όμως είναι και το μόνο κοινό τους σημείο. Γιατί, ενώ στον Grotto το πρόσωπο του Ισαάκ εμφανίζεται χωρίς ουσιαστική συμμετοχή στα δρώμενα, στον Κορνάρο διαδραματίζει ένα ρόλο ουσιαστικό. Ο Κρητικός ποιητής πέτυχε να πλάσει ένα χαρακτήρα, που συγκινεί με το άδολο ήθος και την ευαισθησία του σε ό,τι έχει να κάνει με τους γονείς του, στους οποίους είναι απόλυτα αφοσιωμένο. Είναι παιδί παρατηρητικό, που υποπτεύεται ότι κάτι ασυνήθιστο συμβαίνει, όταν τον ντύνει ο πατέρας αντί η μάνα του, για την οποία τρέφει απέραντη αγάπη, και εκφράζει την έκπληξή του (στ. 509-14).

Ο λογισμός μου δεν μπορεί κι ο νους να το γροικήσει
για ποια αφορμή η μάνα μου δεν ήρθε να με ντύσει.
Εσύ ποτέ δε μ’ έντυσες, βαριέσαι τα κοπέλια,
αμ’ έντυνέ με η μάννα μου με χάχαρα και γέλια.
Και τώρα ποια ’ναι η αφορμή κι η μάνα μου μ’ εφήκε
κι είδα την με βαρειά καρδιά στην κάμερα κι εμπήκε;

Και λίγο παρακάτω, όταν η Σάρρα του δίνει μερικά απίδια για το δρόμο, θα εκφράσει και πάλι την ανησυχία του (στ. 541-44).

Μάνα μου, ίντά ’ν’ και λουκτουκιάς και κλαις και δεν αρνεύγεις;
Ίντα κακό μου μελετάς κι ιντα μου προφητεύγεις;
Παράξενο μου φαίνεται, σ’ έγνοια μεγάλη μπαίνω·
κοντό ανεβαίνω στο βουνί, μα κάτω δε γιαγέρνω;

Η άσχημη ψυχολογική κατάσταση του Αβραάμ στη διάρκεια του ταξιδιού δεν θα αφήσει αδιάφορο τον τόσο δεμένο με τους γονείς του Ισαάκ, που λέει στον πατέρα του μεταξύ άλλων (στ. 562-74 κ.ε.):

Για ’πε μου τον, πατέρα μου, κι εμέ το λογισμό σου’
ίντά ’ναι και παραμιλάς μόνος και μοναχός σου;
Το πρόσωπό σου συντηρώ, την όψη σου αλλαμένη
η εμιλιά σου είναι κλιτή και παραπονεμένη.
…………………………………………
Πε μου κι εμέ την αφορμή, κύρη, παρακαλώ σε
τον πόνο ας μοιράσομε και μερτικό μού δώσε.

Ο Ισαάκ της Θυσίας είναι πολύ ανθρώπινος. Είδαμε το συγκλονισμό και την απελπισία όταν ο Αβραάμ του αποκάλυψε την τραγική αλήθεια, την ανάγκη του να αισθάνεται ότι έχει την αγάπη και την ευλογία του πατέρα του στις τελευταίες στιγμές της ζωής του. Αυτό πάντως που ιδιαίτερα συγκινεί στο σημείο αυτό είναι ο βαθύτερος δεσμός του με τη μάνα του: Δεν εννοεί πολλά απ’ όσα του απαριθμεί ο πατέρας του για τη μέλλουσα ευτυχία που θα απολαύσει στους κόλπους του ουράνιου Πατέρα. Γνωρίζει όμως ότι η πεποίθηση για την ευτυχία του αυτή θα είναι η μόνη παρηγοριά για τη Σάρρα. Παρακαλεί, λοιπόν, τον Αβραάμ, να της πει –ανάμεσα στα άλλα– ότι πεθαίνει πολύ χαρούμενος (στ. 919-22):

Για να θυμάσ’ ό,τι σου πω, γλυκύ φιλί σου δίδω:
σήμερο τη μητέρα μου εσέ την παραδίδω.
Μίλειε τση, παρηγόρα τη, ας είστε πάντ’ ομάδι
και πε τση πως ολόχαρος πάγω να βρω τον Άδη.

Ήδη, με τα λόγια αυτά ο Ισαάκ δίνει θάρρος στον Αβραάμ να προχωρήσει στην πράξη της θυσίας, ουσιαστικά συνεργάζεται μαζί του. Αυτή η συνεργασία, η συγκατάθεσή του φαίνεται και σε προηγούμενους στίχους, όπου ζητά από τον πατέρα του να τον δέσει σφιχτά, μήπως, αντιδρώντας άθελά του στη μαχαιριά, κλοτσήσει και αγγίξει τον πατέρα του δημιουργώντας έτσι την εντύπωση ότι είναι απρόθυμος να θυσιαστεί (στ. 835-38).

Δέσε με, κύρη μου, σφιχτά και στάσου να σου δείξω,
όντα ταράσσω στο σφαγί, μη λάχει να σ’ αγγίξω
και πέσω ’ς τέτοιο φταίξιμο στον αποχωρισμό μου
κι εύρω το βάρος στην ψυχή ’ς το σφαλα στανικώς μου.

Το μοτίβο του δεσίματος του Ισαάκ, που δείχνει ότι τα δύο κύρια πρόσωπα του δράματος κάνουν τη θυσία μαζί, το βρίσκουμε και σε άλλα κείμενα, όπως λ.χ. στον ύμνο του Ρωμανού Εις τον Αβραάμ, πουθενά όμως δεν είναι τόσο έκτυπο, όσο στους προηγούμενους στίχους του κρητικού δράματος.

Αφήνοντας έξω από την ομιλία μου κάποια ειδικότερα ζητήματα, που ενδιαφέρουν κυρίως τους φιλολόγους, θα ήθελα να εξετάσω συνοπτικά ορισμένα άλλα περισσότερο σχετικά με το σκοπό της ομιλίας μου.

Η Θυσία του Αβραάμ έχει 1154 στίχους κατανεμημένους σε 8 πρόσωπα. Από τα πρόσωπα αυτά ο Αβραάμ λέει 508 στίχους, η Σάρρα 198, ο Ισαάκ 192 και ο άγγελος 64. Ως προς τους υπηρέτες, ο Σοφέρ λέει 72 στίχους, ο Σιμπάν 62, η Τάμαρ 30 και η Άντα 28.

Όπως βλέπουμε, το μεγαλύτερο ρόλο κρατά ο Αβραάμ. Είναι όμως γεγονός ότι η Σάρρα και ο Ισαάκ, με τους συνολικά 390 στίχους, εκφράζουν τους πιο ανθρώπινους, τους πιο περιπαθείς και τους πιο συγκινητικούς τόνους του έργου. Έτσι, δικαιώνεται, νομίζω, ο αείμνηστος ακαδημαϊκός Απόστολος Σαχίνης που είχε υποστηρίξει ότι στο βάθος το ποίημα του Κορνάρου στοχεύει στη δραματοποίηση της οικογενειακής αγάπης.

Κανείς, βέβαια, δεν αμφιβάλλει για το γραμματολογικό χαρακτήρα του έργου, ότι δηλαδή είναι ένα θρησκευτικό δράμα –με κύριο εκφραστή θρησκευτικότητας τον Πατριάρχη Αβραάμ–, που δεν αποκλείεται να παραστάθηκε στη σκηνή, ακόμη και την εποχή της συγγραφής, αν και δεν υπάρχουν σχετικές πληροφορίες. Αυτό όμως που πρυτανεύει είναι η ανάδειξη ανθρώπινων σχέσεων μέσα στο πλαίσιο μιας καθαρά ελληνικής οικογένειας –ανεξάρτητα από τόπο και χρόνο. Ουσιαστικά, πρόκειται για μια έξοχη ψυχογραφία.

Όπως έγραψε κάποτε η κορυφαία βυζαντινολόγος Σοφία Αντωνιάδου, «Το έργο δεν ψάλλει την παντοδυναμία του Θεού, αλλά μελετά την ανθρώπινη ψυχή». Η Θυσία του Αβραάμ μελετά πράγματι την ψυχική πορεία ανθρώπων, που βίωσαν τον έσχατο ανθρώπινο πόνο από την επαπειλούμενη θυσία μιας αγαπημένης ύπαρξης, θυσία που διέταξε ένας φαινομενικά σκληρός και άτεγκτος Θεός. Ό,τι καταπλήσσει στο έργο αυτό, είναι η έξαρση του ατομικού πόνου, το ασφαλέστερο δείγμα του πολιτισμού της Αναγέννησης. Τα πρόσωπα πονούν γιατί τα συνδέει η αγάπη. Όλο το έργο διαρρέεται από τη θερμή αγάπη, την έγνοια του καθενός για τους άλλους. Ακόμη και οι υπηρέτες νιώθουν απόλυτα δεμένοι με τους κυρίους τους, είναι αναπόσπαστα μέλη της οικογένειας Αβραάμ. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Πατριάρχης, μετά τη ματαίωση της θυσίας, αισθάνεται την ανάγκη να αναγγείλει την ευχάριστη είδηση όχι μόνο στη γυναίκα του, αλλά και στους δύο δούλους του, τον Σοφέρ και τον Σιμπάν, οι οποίοι θρηνούσαν το θάνατο του παιδιού του, όπως και ο ίδιος. Λέει στον Ισαάκ (στ. 1009-1012):

Ας πηαίνουμε σπουδακτικά, ποσώς μην καρτερούμε,
μα ομπρός τους δουλευτάδες μας είναι πρεπό να βρούμε,
για να χαρού τα μέλη τους, που ’σαν χολικεμένα·
το θάνατό σου εκλαίγασι με πόνο, σαν εμένα.

Έχουμε, λοιπόν, ένα κείμενο, όπου δοξολογείται η αγάπη όλων προς όλους, όπου τα μέλη μιας οικογένειας παρουσιάζονται δεμένα μεταξύ τους, και στη βαθιά λύπη και στην απέραντη χαρά. Και θέλω να διευκρινίσω ότι η έξαρση της αγάπης δεν γίνεται με πλοκή συναρπαστική ή δράση στη σκηνή. Ο ποιητής εξάλλου έχει καταργήσει τις θεατρικές συμβάσεις και η σκηνική δράση είναι υποτυπώδης. Ωστόσο, υπάρχει η κίνηση των συναισθημάτων, η διαδοχική γεύση από τα πρόσωπα του πόνου και της χαράς, της απελπισίας και της ευτυχίας.

Όπως είπα, η Θυσία του Αβραάμ στοχεύει κυρίως στην εξεικόνιση ανθρώπινων σχέσεων, αλλά αυτό σε καμιά περίπτωση δεν αναιρεί το θρησκευτικό χαρακτήρα του έργου. Ο Θεός δεν είναι στο προσκήνιο, είναι όμως στο βάθος. Ο Κορνάρος απέφυγε τον έκδηλα κηρυγματικό λόγο, που χρωματίζει το κείμενο του Grotto, όμως με τη λεπτή διαγραφή των χαρακτήρων και την ανάλυση των συναισθηματικών καταστάσεών τους ανέδειξε μια βασική αλήθεια του χριστιανισμού, ότι η ουσία της πίστης δεν είναι η εκβιαστική συμμόρφωσή μας με τα προστάγματα του Θεού, αλλά η ενσυνείδητη και αυτενέργητη ταύτιση της θέλησής μας με τη δική του. Η ουσία της πίστης είναι να υποτάξουμε με αγωνιστική προσπάθεια το amor carnis, την αγάπη της σάρκας, στο amor dei, στην αγάπη του Θεού. Αυτό πέτυχε ο Αβραάμ, αυτό είναι ο άθλος και το στεφάνωμα της δόξας του.

Ο Κορνάρος με το ποίημα του ανέδειξε και μια άλλη βασική αλήθεια, ότι «ο Θεός αγάπη εστίν». Ο σκληρός και ανοικτίρμων Θεός των πρώτων στίχων του κειμένου αποκαλύπτεται ότι ήταν απλά το παιδαγωγικό προσωπείο ενός Θεού οικτίρμονος, που θέλησε δια της δοκιμασίας του Αβραάμ να παραδειγματίσει τους άλλους.

Αυτός είναι ο λόγος που όλο το τελευταίο τμήμα του έργου –περίπου 200 στίχοι– δεν αποτελεί μόνο έκφραση απέραντης χαράς για του αίσιο τέλος, αλλά και δοξολόγηση της ευσπλαχνίας και της αγάπης του Θεού, που συνεκφαίνονται με την παντοδυναμία του (στ. 1067-8):

Ω Κύριε παντοδύναμε, αφέντη των πραμάτω,
δόξα στην ευσπλαχνία σου για το γλυκύ μαντάτο.

αναφωνεί η Άντα μαθαίνοντας από τον Σιμπάν τα ευχάριστα νέα.

Δόξα του ύψιστου Θεού και επί γης ειρήνη
οπού ’δειξες του Αβραάμ σπλάχνος και καλοσύνη.

θα πει και η Σάρρα γεμάτη ευτυχία για τη σωτηρία του γιου της (στ. 1105-6).

Αποκαλυπτικοί της πρόθεσης του ποιητή να εκφράσει αυτή την αλήθεια, ότι δηλ. ο Θεός είναι όλος αγάπη και επιείκεια προς το πλάσμα του, πρέπει, νομίζω, να θεωρηθούν οι δυο τελευταίοι στίχοι του ποιήματος:

Ω Κύριε, η χάρη σου τιμή και δόξα να ’χει
οπού ποτέ με δούλο σου δεν θέλεις να ’χεις μάχη.

Κυρίες και κύριοι,
Μέσα στα οπωσδήποτε περιορισμένα χρονικά όρια μιας διάλεξης προσπάθησα να ιχνηλατήσω την εσωτερική φυσιογνωμία ενός κειμένου, που και για τη θαυμάσια γλωσσοτεχνική του κατασκευή και για το υψηλό του περιεχόμενο θεωρείται ανεκτίμητο διαμάντι της νεοελληνικής μας λογοτεχνίας.

Σε μια εποχή συσκότισης των αξιών, εποχή όπου συχνά οι τερατωδέστερες και αηδέστερες διαστροφές ανασύρονται από την άβυσσο του ασυνειδήτου και γίνονται «τέχνη», όπου η κενολογία και η νοηματική ρηχότητα στην ποίηση, κρυμμένες κάποτε σε μια φαντασμαγορία λεκτικών εξάρσεων, θεωρούνται σπάνιες αρετές, χρειαζόμαστε λογοτεχνήματα –και ποιήματα και πεζά– με νοηματικό βάθος και με γνήσια υπαρξιακό προβληματισμό, λογοτεχνήματα που να δίνουν κάποια ελπίδα και να αποτελούν οδοδείκτες στην πορεία της ζωής.

Από την άποψη αυτή, για τους λόγους που ήδη ανέφερα, η Θυσία του Αβραάμ, παρά το ότι γράφτηκε πριν από 400 περίπου χρόνια, διατηρεί την επικαιρότητά της, όπως όλα τα έργα, που έχουν τη σφραγίδα του κλασικού.

Ενημερωθείτε ηλεκτρονικά για τα νέα μας.